Τουρκική εισβολή στη Συρία : Εύκολη υπόθεση ή θα φάει τα μούτρα του ο Σουλτάνος Ερντογάν;

Ο Ταγίπ Ερντογάν πήρε από τον Ντόναλτ Τραμπ αυτό που διεκδικούσε εδώ και καιρό: ένα «πράσινο φως» για εισβολή στη βορειοανατολική Συρία για διαμόρφωση μιας «ζώνης ασφαλείας» που θα αποτρέψει το ενδεχόμενο εδαφικής συνέχειας ανάμεσα στις ζώνες που ελέγχουν οι «Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις» (SDF) δηλαδή οι δυνάμεις κυρίως των Κούρδων στη Βόρεια Συρία.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι μια εύκολη υπόθεση, ούτε ότι δεν υπάρχουν υπαρκτοί κίνδυνοι, όπως και αντιρρήσεις από τμήματα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και της αμερικανικής διπλωματίας.  

Γιατί ήθελε τη «ζώνη ασφαλείας» η Τουρκία;

Συχνά μιλάμε για τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Τουρκία. Αναφερόμαστε στα προβλήματα της οικονομίας και την εξάντληση της δυναμικής του μοντέλου που κυριάρχησε τις δύο τελευταίες δεκαετίες (και που είχε και χαρακτηριστικά «φούσκας»), στα προβλήματα συνοχής με την πολιτική και πολιτισμική απόσταση ανάμεσα στα παράλια και την ενδοχώρα, στα ερωτήματα για τη θέση του Ισλάμ στην τουρκική κοινωνία.

Τίποτα, όμως, από αυτά δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά «υπαρξιακό» και φαίνεται ότι υπάρχει αρκετός κοινωνικός δυναμισμός για να ξεπεραστούν. Ένα μόνο πρόβλημα είναι πραγματικά «υπαρξιακό» για το τουρκικό πολιτικό σύστημα: το Κουρδικό. Και η συριακή κρίση απλώς το έκανε χειρότερο.

Παρότι ο Ερντογάν αρχικά προσπάθησε να βρει τρόπους ενσωμάτωσης, κύρια μέσα από μια μερική αναγνώριση της κουρδικής ταυτότητας, τελικά αναδιπλώθηκε στη σκληρή γραμμή ιδίως μετά την έκρηξη του εμφυλίου στη Συρία. Μόνο που αυτό σημαίνει ότι ένα αυξανόμενο (λόγω μεγαλύτερης δημογραφικής δυναμικής) μέρος του τουρκικού πληθυσμού, στις ανατολικές περιοχές πλειοψηφικό και με ισχυρή παρουσία, λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης στα μεγάλα αστικά κέντρα των παραλίων, αισθάνεται ότι δεν του αναγνωρίζεται η πραγματική εθνική ταυτότητα.

Την ίδια στιγμή στη γειτονική Συρία, η εξέλιξη του εμφυλίου επέτρεψε στους Κούρδους της Συρίας να κατοχυρώσεις τον έλεγχό τους σε ορισμένες περιοχές και σε αυτό βοηθήθηκαν από ένα σημείο και μετά από το ότι οι ΗΠΑ αποφάσισαν ότι οι βασικοί τους σύμμαχοι στην πάλη ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος ήταν οι κουρδικές δυνάμεις πολιτοφυλακής. Αυτό διαμόρφωσε κάτι που στην Τουρκία φάνταζε ως ο χειρότερος εφιάλτης: μια οιονεί κρατική κουρδική οντότητα σε εδαφική συνέχεια με τις περιοχές της Τουρκίας που έχουν κουρδική πλειοψηφία.

Απέναντι σε αυτό η Τουρκία έκανε μια σειρά από κινήσεις. Από τη μια προσέγγισε τη Ρωσία, παρά την αρχική πολύ μεγάλη ένταση μεταξύ τους με αφορμή την κατάρριψη ρωσικού μαχητικού από την Τουρκία, μια που αυτή φάνηκε να εγγυάται στρατιωτικά τους όρους μετάβασης στην όποια διαδικασία ειρήνευσης και είχε θέση υπέρ της πολιτικής και εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας.

Από την άλλη, προσπάθησε να κατοχυρώσει το δικαίωμα να έχει αναβαθμισμένη στρατιωτική παρουσία στη Συρία, δηλ. να εισβάλει. Δυτικά του Ευφράτη το έχει κάνει ήδη με μια διπλή στοχοθεσία.

Στην περιοχή της Ιντλίμπ έχει στρατιωτικές δυνάμεις σε μια προσπάθεια να διαπραγματευτεί το μέλλον των ισλαμικών οργανώσεων που στήριξε (και οι οποίες θέλει να αντιμετωπιστούν ως «μετριοπαθής αντιπολίτευση) και στο Αφρίν, μια κουρδική περιοχή για να περιορίσει την παρουσία και δράση των κουρδικών δυνάμεων. Όμως, ο πυρήνας των κουρδικών ένοπλων δυνάμεων βρίσκεται ανατολικά του Ευφράτη. Εκεί όπου οι αμερικανοί θεωρούσαν τους Κούρδους τη βασική συμμαχική δύναμη.

Η προσπάθεια συμφωνίας με τους Aμερικανούς

Σε αυτό το φόντο η βασική προσπάθεια της Άγκυρας ήταν να εξασφαλίσει από τους αμερικανούς τη δυνατότητα να περιορίσει τους Κούρδους της Συρίας και κυρίως να περιορίσει τις ένοπλες δυνατότητές τους.

Αυτό, όμως, απαιτούσε τη συμφωνία των αμερικανών, που με τη σειρά τους ζητούσαν εγγυήσεις για τη δυνατότητα να συνεχιστεί η εκκαθάριση των δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους, αλλά και την ανοχή των Ρώσων που κατά βάση θέλουν κάποια στιγμή η κυβέρνηση της Δαμασκού να αποκτήσει πλήρη έλεγχο σε όλη τη συριακή επικράτεια.

Στο πρόσωπο του Ντόναλντ Τραμπ η Τουρκία θεώρησε ότι βρήκε ένα σύμμαχο ως προς τα ζητήματα που αφορούν τη Συρία. Η κυβέρνηση Τραμπ θεώρησε ότι ούτως ή άλλως δεν μπορεί να έχει μεγαλύτερη εμπλοκή και άρα ήθελε να απεμπλακεί σταδιακά, αρκεί να υπάρξουν εγγυήσεις ότι δεν θα υπάρξει νέος κύκλος δράσης του Ισλαμικού Κράτους.

Είναι αλήθεια ότι σημαντικά τμήματα της αμερικανικής στρατιωτικής ηγεσίας αλλά της αμερικανικής διπλωματίας θεωρούσαν ότι έπρεπε να διατηρηθεί η σχέση με τους Κούρδους και η αμερικανική στρατιωτική παρουσία, ως εξασφάλιση πρόσβασης στις διεργασίες της «επόμενης μέρας».

Όμως, η ίδια η πλευρά Τραμπ επέμεινε στην απεμπλοκή με το σκεπτικό ότι οι αμερικανικές δυνάμεις μπορούν να αξιοποιηθούν καλύτερα σε άλλες περιοχές.

Ούτως ή άλλως, εδώ και χρόνια οι ΗΠΑ έχασαν τη δυνατότητα να είναι η δύναμη που θα εγγυάτο την έξοδο από τον πόλεμο και την όποια ειρηνευτική διαδικασία. Αυτό είχε να κάνει και με τις όποιες επιλογές έκαναν ως προς τις πλευρές της σύγκρουσης (αφού απέτυχε η αρχική επένδυση σε ταχεία «αλλαγή καθεστώτος») και με την απροθυμία τους να αναλάβουν το πλήρες βάρος μιας στρατιωτικής επέμβασης.

Γι’ αυτό και η Ρωσία, που είδε στον εμφύλιο πόλεμο έναν άμεσο και σαφή κίνδυνο, μπόρεσε να αναδειχτεί στον βασικό power broker. Αντίθετα, οι ΗΠΑ περιορίστηκαν στην παρουσία στη βορειοανατολική Συρία και τη συμμαχία με τους Κούρδους.

Σε αυτό το πλαίσιο ήταν που υπήρξαν όλες οι διαπραγματεύσεις για τις κοινές τουρκοαμερικανικές περιπολίες, όπως η πίεση της Τουρκίας να υλοποιηθεί η δημόσια δήλωση του Τραμπ για την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων.

Η διαπραγμάτευση αυτή δεν ήταν εύκολη και γιατί η αμερικανική πλευρά δεν ήταν όλη σύμφωνη με την απεμπλοκή αλλά και γιατί προέκυψαν και άλλα σημεία τριβής, όπως αυτά που αφορούσαν την προσέγγιση της Τουρκίας με τη Ρωσία και εάν αυτό την καθιστούσαν μια αναξιόπιστη σύμμαχο. Από την άλλη μεριά, έπαιζε μεγάλο ρόλο ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν να έρθουν σε πλήρη ρήξη με μια χώρα όπως η Τουρκία που είναι κομβική στην όλη δομή του ΝΑΤΟ.

Φαίνεται ότι τελικά λειτούργησε ο απευθείας δίαυλος ανάμεσα στον Ερντογάν και τον Τραμπ, με τον τελευταίο να επικυρώνει τελικά το «πράσινο φως», ουσιαστικά υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ δεν θα φέρουν προσκόμματα στην ανάπτυξη των Τουρκικών δυνάμεων. Αυτό αποτυπώνει ότι τελικά η πλάστιγγα στην Ουάσιγκτον έγειρε προς την πλευρά της απεμπλοκής και ταυτόχρονα της ανασυγκρότησης της συμμαχικής συνεργασίας με την Τουρκία

 

Το σχέδιο της εισβολής

Ο ίδιος ο Ερντογάν είχε δείξει πρόσφατα έως και χάρτη της «ασφαλούς ζώνης» που διεκδικεί η Τουρκία κατά την παρουσία του στην 74η ΓΣ του ΟΗΕ. Πρόκειται για μια ζώνη βάθους 30 χιλιομέτρων κατά μήκος 480 χιλιομέτρων των συνόρων, στην οποία η Τουρκία θέλει έλεγχο και προτίθεται να μεταφέρει σημαντικό μέρος από τους πρόσφυγες από τη Συρία που τώρα βρίσκονται στην Τουρκία και που ξεπερνούν τα 3 εκατομμύρια.

Με αυτό τον τρόπο θεωρεί ότι θα μπορέσει να ακυρώσει στην πράξη τα κουρδικά σχέδια να προστατέψει τα τουρκικά σύνορα και να χειριστεί τα προβλήματα από την παρουσία των σύριων προσφύγων στην Τουρκία. Επίσης, θέλει προφανώς να αλλάξει τη βαρύτητα των κούρδων στον τοπικό πληθυσμό. Σε μικρότερη κλίμακα αυτό το είχε δοκιμάσει η Τουρκία κατά την εισβολή στο Αφρίν όπου οι Τούρκοι και οι σύμμαχοί τους στη Συρία έδιωξαν ένα μέρος των τοπικών κουρδικών πληθυσμών και μετέφεραν πληθυσμό από άλλες περιοχές της Συρίας.

Σε κάθε περίπτωση οι Κούρδοι δείχνουν να είναι οι μεγάλοι χαμένοι, καθώς χωρίς την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή αλλά και την εγγύηση ασφάλειας που προσέφεραν οι ΗΠΑ, θα βρεθούν πολύ πιο δύσκολη θέση.

Όλα αυτά έχουν από πίσω και εσωτερικούς πολιτικούς υπολογισμούς στην Τουρκία. Η δημοτικότητα του κυβερνώντος κόμματος έχει υποχωρήσει, κάτι που φάνηκε με τις απώλειες στις δημοτικές εκλογές. Η οικονομική κρίση επίσης υπονομεύει τη δημοφιλία του Ερντογάν. Νέοι σχηματισμοί εμφανίζονται που θέλουν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του Ερντογάν και το  AKP. Ο Ερντογάν σε όλη αυτή την περίοδο αναζητά ένα θέμα που επειδή θα αγγίζει το σκληρό πυρήνα του τουρκικού εθνικισμού (και θα φαντάζει απάντηση στη δυσαρέσκεια για την παρουσία των Σύριων προσφύγων) θα τον ενισχύσει πολιτικά.

Οι πραγματικές δυσκολίες

Όμως, πέραν των όποιων σχεδιασμών υπάρχουν και ανοιχτά ζητήματα και προβλήματα. Καταρχάς, παρά τις διακηρύξεις για τέλος του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, η διαδικασία εκκαθάρισης δεν έχει ολοκληρωθεί και υπάρχει το θέμα των χώρων κράτησης ισλαμιστών μαχητών που είναι τώρα στην ευθύνη των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (αφορούν περίπου 7000 πρώην μαχητές) αλλά και των καταυλισμών όπου διαμένουν αρκετές δεκάδες χιλιάδες μελών οικογενειών υπόπτων για συμμετοχή στις γραμμές του ISIS.

Έπειτα, η Τουρκία καλείται να εγγυηθεί και την ασφάλεια των 760.000 περίπου αμάχων που βρίσκονται στην περιοχή, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΗΕ.

Ταυτόχρονα, μπορεί η Τουρκία να εξασφάλισε το «πράσινο φως» για τη ζώνη ασφαλείας, όμως από εκεί και πέρα θα έχει να αντιμετωπίσει την παρουσία των κουρδικών πολιτοφυλακών και προς το παρόν είναι ασαφές εάν οι αμερικανικές δυνάμεις θα προχωρήσουν και σε αφοπλισμό των κουρδικών δυνάμεων, δηλαδή να αποσύρουν τον βαρύ οπλισμό που τους έχουν δώσει τα τελευταία χρόνια.

Έπειτα, υπάρχει το πρόβλημα του πώς αυτό θα συνδεθεί με την ειρηνευτική διαδικασία. Τόσο η Ρωσία όσο και το Ιράν έχουν κάνει σαφές ότι ο ορίζοντας δεν μπορεί παρά να είναι το σύνολο της συριακής επικράτειας να περάσει στον έλεγχο της κυβέρνησης της Δαμασκού και με αυτή την έννοια η τουρκική παρουσία μπορεί να υπονομεύσει τη διαδικασία της Αστάνα, ενώ ήδη έχει προκαλέσει την αντίδραση του Ιράν που δήλωσε την αντίθεσή του στην παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων που δεν έχουν προσκληθεί από την κυβέρνηση της Δαμασκού. Πάντως έχει ενδιαφέρον το αντιπολιτευόμενο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) έχει υποστηρίξει την ανάγκη να υπάρξουν και συνομιλίες με την κυβέρνηση Άσσαντ.

Με αυτή την έννοια, έχουμε να κάνουμε με μια σημαντική καμπή, που όμως στην πραγματικότητα φέρνει την Τουρκία αντιμέτωπη με μεγάλες προκλήσεις και πραγματικές δυσκολίες, καθιστώντας την ακόμη περισσότερο μέρος της συριακής κρίσης. 

ΠΗΓΗ : in.gr

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ